ΑΝΩΠΟΡΟΓΙΩΤΙΚΕΣ ΘΥΜΗΣΕΣ

ΑΝΩΠΟΡΟΓΙΩΤΙΚΑ  ΚΑΛΑΝΤΑ

Τα Ανωπορογιώτικα κάλαντα ξεχωρίζουν για το περιεχόμενο αλλά και για τον τρόπο και τον χρόνο που λέγονται. Σε αντίθεση με άλλα μέρη της Ελλάδας λέγονται μόνο δύο φορές το χρόνο. Τα Χριστούγεννα και την πρωτοχρονιά. Η όλη διαδικασία έπαιρνε διαστάσεις ιεροτελεστίας μπορεί να πει κανείς, αφού έπρεπε να καθοριστεί απο καιρό πριν η παρέα και να γίνει η προμήθεια του τουρβά και της ταπούσκας η οποία ήταν βασικότατο εξάρτημα. Η ταπούσκα ήταν ένα χοντρό ραβδί που τελείωνε σε σκληρό σφαιρικό εξόγκωμα. Το μήκος της ήταν ανάλογο με το ύψος του "ταπουσκοφόρου". Γινόταν με μεράκι απο χοντρό κλαδί γάβρου. Όταν έφτανε η προπαραμονή των Χριστουγέννων, όλα ήταν έτοιμα. Συντροφιά, τουρβάδες και ταπούσκες. Σε ένα μεγάλο ταψί πίσω απο την εξώπορτα του σπιτιού ήταν βαλμένα απο νωρίς τα "δώρα" για τους καλαντάρηδες. Καρύδια, φιρίκια, σύκα, κουλούρια, ξυλοκέρατα που περίμεναν τους αγγελιοφόρους της γέννησης του θεανθρώπου. Με το πρώτο λάλημα του Πετεινού ξεκινούσε το νυχτιάτικο "πανηγύρι". Τα καλντερίμια ζωντάνευαν και οι νεολαίοι του χωριού έψαλαν τα λιτά και απλά Ανωπορογιώτικα κάλαντα.

Χριστός γεννάται σήμερον

εν βηθλεέμ τη πόλει.

Οι Ουρανοί αγάλλονται

χαίρει η φύσις όλη.

Για δώστε μας τον κόπο μας

και όσον ημπορείται

κι ο νοικοκύρης του σπιτιού

χρόνια πολλά να ζήσει

και του χρόνου.

Με τις ταπούσκες λοιπόν χτυπούσαν τα παιδιά τις αυλόπορτες γιατί διαφορετικά θα ήταν αδύνατο οι νοικοκυραίοι να ακούσουν τα κάλαντα απο το τριώροφο συνήθως σπίτι, που βρίσκονταν στο βάθος της λιθόστρωτης μεγάλης αυλής της περιφραγμένης απο πέτρινο ντουβάρι με είσοδο μοναδική τη μεγάλη ξύλινη αυλόπορτα. Αποτελούσαν επίσης όπλο για τα σκυλιά που έκαναν επίθεση στους καλαντάρηδες. Αν η νοικοκυρά αργούσε να κατέβει απο το σπίτι για το "δώρο" η συντροφιά επαναλάμβανε τον επίλογο "και του χρόνου" δυό-τρείς φορές με υπομονή και κατανόηση, δίνοντας συγχρόνως τρία τέσσερα γερά χτυπήματα στην αυλόπορτα με την ταπούσκα. Κάθε φρόνιμη νοικοκυρά προσπαθούσε να ανταποκριθεί όσο ποιό γρήγορα μπορούσε, στις καλαντάρικες επικλήσεις για το "δώρο". Αλίμονο στη νοικοκυρά που θα αργούσε πολύ ή δεν θα ανταποκρινόταν καθόλου στο επίμονο καλαντάρικο κάλεσμα. Θυμωμένα και βιαστικά οι καλαντάρηδες τότε, άρχιζαν χωρίς κανένα οίκτο.

Σ αυτό το σπίτι πούρθαμε

να πέσει να γκρεμίσει

κι ο νοικοκύρης του σπιτιού

σαν γάτα να ψοφήσει ....

Έφευγαν μετά τρέχοντας για να μην τους καταβρέξει με παγωμένο νερό ο τσιγκούνης ή υπναράς νοικοκύρης. Πολύ λίγα ήταν τα σπίτια που άκουγαν αυτές τις σκληρές κατάρες, γιατί πολύ λίγες νοικοκυρές ανέχονταν αυτή την προσβολή. Και ήταν πολύ μεγάλη προσβολή και εξευτελισμός υπέρτατου βαθμού για το σπίτι, που στην πόρτα του θα ακούγονταν οι κατάρες τέτοια βραδιά. Την άλλη μέρα η γειτονιά και σχεδόν ολόκληρο το χωριό βούιζε πως στου τάδε το σπίτι -τι ντροπή- είπαν οι καλαντάρηδες το " κι ο νοικοκύρης του σπιτιού σαν γάτα να ψοφήσει". Ποτέ δεν ρωτούσαν οι καλαντάρηδες, αν οι νοικοκυραίοι θέλουν να τους τα πουν ή όχι, όπως συμβαίνει σε άλλα μέρη. Έτσι περνούν όλες οι συντροφιές απο όλα σχεδόν τα σπίτια του χωριού. Γρήγορα γεμίζουν οι τουρβάδες απο δώρα. Τα παιδιά, που θα γεμίσουν οι τουρβάδες τους, πηγαίνουν γρήγορα στα σπίτια τους, τους αδειάζουν σε μια γωνιά δική του το καθένα και γυρίζουν στη συντροφιά που τους περιμένει για να συνεχίσουν το καλαντάρισμα μέχρι να περάσουν απο όλα σχεδόν τα σπίτια του χωριού. Κάπως έτσι γίνονταν και τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς, που αυτά λέγονταν την νύχτα της παραμονής. Και πάλι τα μεσάνυχτα μέχρι το πρωί. Τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα είναι

 

άγιος Βασίλης έρχεται

απο την Καισαρεία.

Βαστά εικόνα και χαρτί

χαρτί και καλαμάρι.

Το καλαμάρι έγραφε

και το χαρτί μιλούσε.

Βασίλη μ πόθεν έρχεσαι

και πόθεν κατεβαίνεις.

Απο τη μάνα μ έρχομαι

και στο σχολειό πηγαίνω

να μάθω άλφα-βήτα

να κόψω και την πίτα.

Σ αυτό το σπίτι πούρθαμε

πέτρα να μη ραγίσει

κι ο νοικοκύρης του σπιτιού

χίλια χρόνια να ζήσει.

Και του χρόνου....

Οι κατάρες, και στα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα για τους κουφούς, τους τσιγκούνηδες ή τους αδιάφορους είναι οι ίδιες. Μόνο που τώρα λογαριάζονται πιο βαριές, μια και δίνονταν τη μέρα που τελειώνει ο παλιός και αρχίζει ο καινούργιος χρόνος.

 

 

ΓΟΥΡΟΥΝΟΣΦΑΓΗ

Κάθε χρόνο, λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα τέσσερις ή και περισσότεροι άντρες πρωί-πρωί, βγάζουν απο την "κότσινα" το γουρούνι. Κάθε σπίτι είχε το μικρό ή μεγάλο γουρούνι του το οποίο μεγάλωνε απο τον Μάη με αποφάγια, "τουτσινίτσα" και καλαμποκίσιο γιαρμά, με "τζίρ" και το οποίο συσσώρευε ανύποπτο λιχουδιές για το βαρύ χειμώνα.Τα πιτσιρίκια σκαρφαλωμένα σε κάποιο ντουβάρι παρακολουθούσαν τη μάχη του "θεριού" με τους δημίους του. Γρυλίσματα πονεμένα, άγρια, διαπεραστικά του γουρουνιού, πεισματική πάλη των ανθρώπων και αγριοφωνάρες. Γρήγορο κάρφωμα την κατάλληλη στιγμή, καλά ακονισμένου αμφίστομου μαχαιριού στο κέντρο του χοντρού γουρουνίσιου λαιμού. Παχύρευστο αίμα αναβλύζει αχνιστό απο την βαθιά πληγή καθώς ο μακελλάρης στρίβει με μαστοριά το μαχαίρι επίμονα. Το ζώο τινάζεται και χτυπιέται απεγνωσμένα πέρα-δώθε. Οι δήμιοί του το έχουν δυναμικά καθηλωμένο. Η αντίστασή του μειώνεται τα τινάγματα αραιώνουν. Το "τελείωμα" δεν αργεί. Ακίνητο, πλαδαρό, με μάτια ακίνητα, κείτεται το ζώο στα πόδια των ιδρωμένων σφαγέων του. Όχι σπάνια, το γουρούνι δεν παραδίνεται εύκολα. Ξεφεύγει καταματωμένο και με μισοκομμένο το λαιμό του. Οι σκηνές που ακολουθούν δεν περιγράφονται. Παιδιά φοβισμένα σκαρφαλώνουν στα ντουβάρια ή κλείνονται στα σπίτια, γυναίκες αλαφιασμένες τσιρίζουν, ενώ οι άντρες προσπαθούν να πιάσουν το επικίνδυνο, καταματωμένο και εξαγριωμένο ζωντανό. Βέβαια ο άνθρωπος νικά πάντα. Σκηνές βίας "εκ του φυσικού" χωρίς λογοκρισία ξετυλίγονται μπροστά στα παιδιά, με πελώρια τα έκπληκτα μάτια τους. Φυσιολογική συμφιλίωση, με τη σκληράδα της βίας, με το θάνατο " εξ απαλών ονύχων". Αμέσως μετά αρχίζει το "καψάλισμα". Τοποθετείται το νεκρό ζώο σε πρόχειρο απο μεγάλες πέτρες ειδικό κατασκεύασμα. Δυό-τρείς πέτρες για το κεφάλι και άλλες τόσες για τα πισινά. Στη μέση μένει μέρος για την φωτιά. Απο το καλοκαίρι υπάρχουν φυλαγμένα δεμάτια σλάμας (άχυρο σίκαλης). Με χούφτες γεμάτες αναμμένη σλάμα το καψαλίζουν, καίνε δηλ. τις τρίχες του μέχρι να φτάσει το κάψιμο στο χοντρό δέρμα. Τσίκνα καμένης γουρουνότριχας και δέρματος γεμίζει ο αέρας. Τέχνη θέλει και το καψάλισμα. Πρέπει να καούν καλά οι τρίχες και κυρίως στο κεφάλι και στα πόδια, χωρίς να σπάσει το δέρμα. Αφού τελειώσει το καψάλισμα ανεβάζουν κάποιο αγοράκι -κατά προτίμηση όχι ορφανό για ευνόητους λόγους- που φωνάζοντας "και του χρόνου" , τραβά την ουρά και αποσπά το καμένο δέρμα της και ίσως, κάποιο μικρό της κομμάτι. Βάζουν μετά το καψαλισμένο γουρούνι σε πρόχειρο σανιδένιο μπάγκο κι αρχίζουν το ξύσιμο. Ζεστό νερό απο παρακείμενο καζάνι σε φωτιά χύνεται στο καψαλισμένο δέρμα και μεγάλα μαχαίρια σε έμπειρα χέρια αρχίζουν το ξύσιμο. Λίγοι εκείνη την εποχή, προτιμούν το γδάρσιμο εξασφαλίζοντας έτσι και το δέρμα για τα τσαρούχια των ανδρών της οικογένειας. Οι περισσότεροι θέλουν δέρμα και κρέας μαζί και καταφεύγουν στο καψάλισμα-ξύσιμο. Όταν τελειώσει το καψάλισμα αρχίζει η δεύτερη φάση. Σχίζεται η κοιλιά κι αρχίζει με προσοχή η αφαίρεση των σπλάχνων. Προσοχή στα έντερα. Θα γίνουν τα περίφημα μοσχοβολιστά λουκάνικα. Ακόμη και το στομάχι θα γεμίσει και θα γίνει η περίφημα "μπάμπα". Σαλάμι αέρος και με αγνά υλικά. Κάποτε βγάζουν με προσοχή και την περίφημη γουρουνόφουσκα. Την ουροδόχο κύστη. Την αρπάζει το αγόρι του σπιτιού, τη φουσκώνει βιαστικά και αφού τη δέσει καλά με γερό σπάγκο, τρέχει με τους φίλους του για ....ποδόσφαιρο, στην πλατεία του σχολείου. Μικρή η αντοχή της πρωτόγονης αυτής μπάλας, μεγάλη όμως η χαρά των παιδιών. Έτοιμο ποιά το σφαχτό κρεμιέται για μερικές μέρες στις γκριντιές της αταβάνωτης μεγάλης σάλας. Τηγανιές με κομμάτια απο συκώτια και άλλες λιχουδιές προσφέρονται με σπιτικό τσίπουρο ή μπρούσκο κρασί στους πρωταγωνιστές της επιχείρησης " γουρουνοσφαγή". Για πολλές μέρες οι γυναίκες του σπιτιού θα ετοιμάζουν τα "παράγωγα" του ευλογημένου, για τα δύσκολα εκείνα χρόνια, γουρουνιού. Λουκάνικα νοστιμότατα, που θα κρεμαστούν για στέγνωμα στις γκριντιές πάνω απο τα "παρμακλίκια". Ακόμη τσιγαρίδες για τα πρωινά "κατσαμάκια" του χειμώνα, λίγδα για μαγείρεμα. Μοσχοβολούσε η γειτονιά τότε, όταν κάποιος έψηνε στα κάρβουνα της σόμπας του ή του τζακιού του λουκάνικα ή μαγείρευε φασολάδα ή λάχανο με παστό. Ένα κομμάτι ξεραμένου στο βουνίσιο καθαρό αέρα λουκάνικου και μια φέτα μπομπότα ήταν η καλύτερη λιχουδιά για προσφάγι. Το κατσαμάκι δε ή ο τραχανάς με τσιγαρίδες ή λουκάνικα ήταν ότι καλύτερο για πρωινό εκείνης της εποχής.

 

ΤΑ ΦΩΤΑ ΠΑΛΙΑ ΣΤΗ ΔΕΞΑΜΕΝΗ

Τα "Φώτα" παλαιότερα ήταν ταυτισμένα με την "Δεξαμενή". Κάτω απο τα χιονισμένα κλαδιά των πλατανιών και γύρω απο το παγωμένο αυλάκι έπαιρνε θέση ο κόσμος και τρέμοντας απο το κρύο περίμενε. Μπροστά τα εξαπτέρυγα. Μεγάλα, βαριά, χρυσοποίκιλτα εξαπτέρυγα, που τα κουβαλούσαν σχολιαρόπαιδα διαλεγμένα ν αντέχουν το κρύο. Πίσω απο τα εξαπτέρυγα κάποιος σήκωνε σε μακρύ κοντάρι την εικόνα της βάπτισης του Χριστού. Αμέσως μετά ακολουθούσαν οι ψαλτάδες και λίγο ποιό πίσω ο ¨Σταυρός" σε ασημένιο δίσκο μ ένα μάτσο ξερό βασιλικό. Λίγο ποιό πίσω ήταν ο παπάς ντυμένος στα χρυσά του άμφια και κρατώντας το Ιερό Ευαγγέλιο. Πίσω απο τον παπά και τους ψαλτάδες οι προύχοντες. Και ποιό πίσω ο λαός. Σχεδόν όλο το χωριό. Γέροι, μεσόκοποι και παιδιά. Το όποιο κρύο έκλεινε στο σπίτι μόνο τους άρρωστους και τους πολύ γέρους. Όλοι οι άλλοι το θεωρούσαν "πολύ κακό" να λείψουν απο την τελετή της Δεξαμενής. Το πλύσιμο των χεριών στο παγωμένο νερό του αυλακιού μετά την "Σταυροβάφτιση" εθεωρείτο τότε φάρμακο για όλες τις αρρώστιες. Όποιος ήταν τη μέρα των Φώτων στη Δεξαμενή κι έπλενε τα χέρια και πρόσωπο, όλο το χρόνο, τον καινούργιο μάλιστα, θα τον περνούσε γεμάτος υγεία. Η μια απο τις δύο δεξαμενές -πάντα η δυτική- ήταν έτοιμη για την ιεροτελεστία απο την παραμονή. Καθαρισμένη απο την άμμο, τις πολλές πέτρες που έφερνε το ορμητικό βουνίσιο νερό και τα πολλά πλατανόφυλλα και κλεισμένη στο στόμιο της εξόδου με κλαδιά και πέτρες ή κάποιο ειδικό σανιδένιο κατασκεύασμα, γινόταν ένα πολύ συμπαθητικό μικρό, ανάβαθο βαφτιστήρι. Έτοιμος και τουρτουρίζοντας μέσα στο νερό, που έφτανε δεν έφτανε μέχρι τους μηρούς του, ο "Κουκούτσης" περίμενε υπομονετικά τη στιγμή, που θα έπαιζε τον ρόλο του. Στα γύρω απο την Δεξαμενή πλατάνια πολλά παιδιά και νεαροί, σκαρφαλωμένοι στα χιονισμένα και καταπαγωμένα κλαδιά τους περίμεναν τη μεγάλη στιγμή. Και δεν αργούσε. Την ησυχία της ρεματιάς κομμάτιαζε η τρεμάμενη φωνή του Ιερέα. Πρώτα το Ευαγγέλιο. Την περικοπή εκείνη της βάπτισης του Θεανθρώπου. Κι αμέσως μετά, πολύ δυνατά το ..."Εν Ιορδάνη..." ενώ συγχρόνως έριχνε το Σταυρό στο νερό της Δεξαμενής. Τον άρπαζε με λαχτάρα ο μοναδικός θαρραλέος εκείνης της εποχής Κουκούτσης, τον φιλούσε με σεβασμό, ενώ επαναλαμβανόταν το τροπάριο της βάπτισης άλλες δύο φορές απο όλους. Έσκυβε μετά το πλήθος στο αυλάκι, έπινε "αγιασμένο" νερό με τις χούφτες και έπλενε με πολλή πίστη χέρια και πρόσωπο. Βιαστικά κατηφόριζε ύστερα η πομπή για την εκκλησία της Παναγίας, τη μεγάλη κεντρική εκκλησία. Κατακόκκινοι όλοι απο το κρύο έτρεχαν για τα σπίτια τους όπου τους περίμενε η τρυφερή ζέστη της ξυλόσομπας. Ο Κουκούτσης, κουκουλωμένος μ όσα ρούχα είχε, κατηφόριζε κι αυτός κουβαλώντας περήφανα το βαπτισμένο Σταυρό. Στα μάτια ιδίως των παιδιών φάνταζε φτιαγμένος απο ατσάλι. Τον θεωρούσαν σπουδαίο, γιατί αψηφούσε την παράδοση, που ήθελε όλους, όσοι απο παλιά "έπιαναν" τον Σταυρό στη Δεξαμενή, να πεθαίνουν απο φυματίωση, ύστερα απο το χειμωνιάτικο πούντιασμά τους. Την ίδια αλλά και την επόμενη μέρα ο Κουκούτσης με το Σταυρό στο δίσκο κι ένα γαϊδουράκι με δισάκι, κοφίνια ή κάτι ανάλογο γύριζε στις γειτονιές κι "άγιαζε" τα σπίτια και τους ενοίκους τους. Αλεύρι, λουκάνικα, χοιρομέρια, καπνοπάσταλα και -σπάνια- κάποια φραγκοδίφραγκα, ήταν "τα προϊόντα" της παλληκαριάς και του κόπου του.


ΝΥΧΤΕΡΙΑ

"Νυχτέρια", ονόμαζαν οι Ανωπορογιώτες τις συνάξεις συγγενών, φίλων και γειτόνων σε διαφορετικά κάθε βραδιά, σπίτια, προς βοήθεια του νοικοκύρη σε αγροτικές εργασίες μέσα στο σπίτι, όπως το παστάλιασμα του καπνού, το ξεφλούδισμα του καλαμποκιού και το τρίψιμό του, το χτύπημα του σησαμιού και άλλες παρόμοιες εργασίες. Οι συγκεντρώσεις αυτές, ονομάστηκαν έτσι επειδή "κρατούσαν" μέχρι αργά, μετά τα μεσάνυχτα, υπό το φως της γκαζόλαμπας και με τη συνοδεία τραγουδιού και χαλβά. Τα "νυχτέρια" ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία για να συναντηθούν οι νεαρές κοπέλες και να σχολιάσουν -κρυφά από τους μεγάλους- τους νέους του χωριού, να αποκαλύψουν ποιός άρεσε σε ποιά, ποιός "πείραξε" την καθεμιά κι άλλα παρόμοια.  Οι νεαροί από την πλευρά τους, είτε συμμετείχαν στα νυχτέρια για να βρεθούν κοντά στις κοπέλες, είτε επέλεγαν έναν ποιό ρομαντικό τρόπο για να κάνουν αισθητή την παρουσία τους: τις καντάδες. Καλλίφωνοι -και πολύ σπάνια και παράφωνοι- νεαροί, με τη συνοδεία, συνήθως, κάποιου μουσικού οργάνου, κύκλωναν - κατ' επιλογή- το σπίτι όπου γινόταν το νυχτέρι και τραγουδούσαν σπαραξικάρδια και γεμάτα πάθος τραγούδια, προκειμένου να συγκινήσουν ο καθένας την αγαπημένη του. Και δεν ήταν λίγες οι φορές που πλήρωναν αυτή τους την τόλμη είτε με κατάβρεγμα, είτε με άτακτη τροπή σε φυγή, υπό την απειλή όπλου από τον οργισμένο πατέρα ή αδελφό της αγαπημένης τους.  "Ο κύριος Χ.Α. από τη Ροδόπολη, αφηγείται την εξής ιστορία: Όταν ο πατέρας του ήταν νεαρός, είχε δει σε μια χοροεσπερίδα μια Ανωπορογιώτισσα, που του άρεσε πολύ.  Τόσο μεγάλο ήταν το πάθος του, που το εκμυστηρεύτηκε σε έναν Ανωπορογιώτη φίλο του. Εκείνος, λοιπόν, τον συμβούλεψε να περιμένει τα "νυχτέρια", για να της αποκαλύψει τον έρωτά του, μουσικώς. Πραγματικά ο νεαρός, μάζεψε άλλους δυο - τρεις καλλίφωνους Ανωπορογιώτες και με μια νοικιασμένη κιθάρα, έφτασε κάτω από το σπίτι της αγαπημένης του. Ωστόσο, είχε την ατυχία να βρίσκεται στο σπίτι ο αδελφός της κοπέλας που, εκνευρισμένος από το θράσος του νεαρού, πήρε την κιθάρα από τα χέρια του νεαρού και του την έφερε "κολλάρο". Αυτό, είχε σαν αποτέλεσμα να φύγουν οι νεαροί από το σπίτι της κοπέλας, κουτρουβαλώντας στο καλντερίμι. Επειδή η κιθάρα ήταν νοικιασμένη, ο νεαρός για να την ξεπληρώσει, δούλευε γκαρσόν επί ένα χρόνο σε όλα τα πανυγήρια και τις χοροεσπερίδες της περιοχής. Κι όχι μόνο πλήρωσε ακριβά το πάθος του, αλλά και δεν κατάφερε να κερδίσει και την κοπέλα..."


ΠΛΑΤΑΝΟΦΩΤΙΕΣ

Το φθινόπωρο τα αιωνόβια πλατάνια της κλιμακωτής κεντρικής Πλατείας, της υπερυψωμένης αυλής του διώροφου σχολείου και της μεγάλης εκκλησίας της Παναγίας, με τις πρώτες φθινοπωρινές ανάσες αφήνουν τα καφετιά φύλλα τους να πέσουν ξέψυχα στο χώμα. Σωροί απο πλατανόφυλλα γεμίζουν τους κεντρικούς δρόμους, όλες τις γωνίες της πλατείας, τα κοντινά καλντερίμια και τις αυλές. Βασανιστική καθημερινή φροντίδα σκουπίσματος για τις νοικοκυρές των γειτονικών σπιτιών, αλλά και άλλη μια ευκαιρία στα παιδιά και στους έφηβους για παιχνίδι. Για να παρατείνουν την παραμονή τους έξω για δυό-τρείς ώρες μετά το ηλιοβασίλεμα κατάφευγαν στις πλατανοφυλλοφωτιές. Στην αρχή παλεύανε με τις ώρες στο παχύ στρώμα απο πλατανόφυλλα. Άγρια παλέματα που κατέληγαν πολλές φορές και σε ακόμα ποιό άγρια μαλώματα. Με το πρώτο σκοτάδι, ενοχλημένοι απο τη ψύχρα, πούρχεται απο την χαράδρα, βάζανε φωτιά στους σωρούς των φύλλων παρέες-παρέες. Κάποιος, που είχε σπίρτα ή τσακμάκι με ίσκα ανάβει τα ξερά πλατανόφυλλα κάποιας γωνιάς. Σταχτόμαυρος καπνός ξεπηδά πρώτα, ενώ λίγο μετά πύρινες γλώσσες αρχίζουν να κατατρώγουν με βουλιμία τους σωρούς των φύλλων. Πολλές φωτιές, κυρίως στην Πλατεία και στην αυλή του σχολείου και παρέες-παρέες παιδιών και εφήβων ζεσταίνονται, παίζουν επικίνδυνα σπρώχνοντας ο ένας τον άλλο στις λαίμαργες φλόγες, που έφταναν πάνω απο τα κεφάλια τους. Και όπως αυτές σχίζουν το σκοτάδι δίνουν παράξενες εκφράσεις στα ξαναμμένα πρόσωπά τους. Κάποιος μεγαλύτερος, και ξέροντας πως πολλοί μικρότεροι φοβόντουσαν, αρχίζει να διηγείται ιστορίες με φαντάσματα, ενώ το σκοτάδι γύρω έχει γίνει πίσσα. Τότε είναι, που οι φάτσες τριγύρω παίρνουν αλλόκοτες μορφές, γίνονται άγνωστες, φάτσες κακομούτσουνες, γιγάντια, τρομερά, ζωντανεμένα φαντάσματα. Κι οι σκιές, φοβεροί, άυλοι γίγαντες, χορεύουν γύρω τους βαραίνοντας ακόμη περισσότερο την ατμόσφαιρα. Τα πόδια αρχίζουν να τρέμουν και οι καρδιές χτυπούν δυνατά. Κι όταν φτάνει η ώρα του γυρισμού στο σπίτι, το σβήσιμο της φωτιάς και η διάλυση της παρέας, φροντίδα μοναδική των παιδιών να βρούνε κάποιον της γειτονιάς τους προκειμένου να καταπολεμήσουν το φόβο που βαραίνει τις ψυχές τους. Στις σκοτεινές γωνιές και στα αφώτιστα στενοσόκακα, παντού βλέπουν ολοζώντανα φαντάσματα. Που φώτα τότε στους δρόμους. Πίσσα το σκοτάδι και η φαντασία οργίαζε. Ο παραμικρός θόρυβος γίνονταν μούγκρισμα θεριού, η ποιό αθώα κινούμενη φιγούρα, ένας σκύλος, μια γάτα ή κάποιος ακίνδυνος γαιδαράκος, διογκωνόταν στα φοβισμένα μάτια των παιδιών, γινόταν φάντασμα της κόλασης. Κάποιοι μάλιστα, έκαναν και τις "πλακίτσες" τους. Έφευγαν νωρίτερα και κρυμμένοι σε μέρη απο όπου θα περνούσαν μικροί ή σταμπαρισμένοι φοβητσιάρηδες, έβγαιναν αιφνιδιαστικά και με αγριοφωνάρες τους κοψοχόλιαζαν. "Μάμα λια" το γνωστό ανωπορογιώτικο ξεφώνημα τρόμου και κλάματα σπαρακτικά του φοβισμένου, γέλια και χάχανα μέχρι λιποθυμίας του αδίστακτου χοντροκομμένου "πλακατζή" το φινάλε της βραδιάς τις περισσότερες φορές για κάποιες παρέες.

 
ΑΛΛΑ "ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ"

Θα αναφέρω συνοπτικά και λίγα ακόμα παιχνίδια απο τα στερημένα αλλά όμορφα εκείνα χρόνια. Τον χειμώνα λοιπόν τα παιχνίδια ήταν πολλά. Πρώτα-πρώτα κάνανε χιονάνθρωπους. Με κάρβουνα, με σκούπες και τέτοια. Τους κάνανε και εξακολουθούν να τους κάνουνε παντού. Πανελλαδικά και παγκόσμια, ίσως. Χιονοπόλεμος. Και τώρα γίνεται. Παντού. Έτσι με το καλό με κάτι μπαλίτσες, που πριν φτάσουν στο στόχο τους διαλύονται. Και το μόνο, που μένει, πλατιά χαμόγελα, χαρούμενες φάτσες και χιονισμένα ζεστά ρούχα, σε κάποια αναμνηστική πόζα. Τίποτα περισσότερο. Στο χωριό ο χιονοπόλεμος ήταν άγριο πράγμα. Πρώτα-πρώτα τα παλληκαρόπουλα περικύκλωναν τις βρύσες.... Κατακόκκινα μάγουλα, σχισμένα απο το κρύο χέρια, βρεγμένα γουρουνοτσάρουχα και μάτια αετού περίμεναν με άγριες διαθέσεις την πρώτη κοριτσίστικη συντροφιά, που θα τολμούσε νάρθει στη βρύση για νερό. Κι έρχονταν τα κορίτσια. Ρόδια, έτοιμα να σκάσουν τα μαγουλά τους, με πλεχτές φουστίτσες, μάλλινες κάλτσες μέχρι το γόνατο, τιρλίκια και γκαλέτσια στα πόδια, έφταναν παρέες-παρέες, περισσότερο για το παιχνίδι, μια σπάνια ευκαιρία για κουβεντολόι με τα μάτια και τις χιονόμπαλες. Κι η μάχη άρχιζε. Χτυπούσαν πρώτα τα αγόρια. Ομοβροντίες στην ομορφότερη. Καλλιστεία άμεσα και καθαρά. Πολλά χτυπήματα. Πολλή ικανοποίηση στη διαλεγμένη. Τσιρίδες και χασκόγελα αντηχούσαν οι βρύσες. Και τα γκιούμια γύριζαν τις περισσότερες φορές, άδεια στο σπίτι. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που τα "θαρραλέα" κοριτσόπουλα έφταναν στο σπίτι με καρούμπαλα στο κεφάλι ή κάποιο μελάνιασμα σ άλλα μέρη του σώματος. Κι αυτό γιατί οι περισσότερες χιονόμπαλες ήταν σφικτές και βρεγμένες. Σκέτος πάγος. Αλλά τελείωναν νωρίς οι μάχες στις βρύσες γιατί τελείωναν νωρίς οι θαρραλέες κοπελιές. Ο χιονοπόλεμος συνέχιζε ανάμεσα στις αγορίστικες συντροφιές. Συσσωρευμένη αρσενική βουνίσια ζωντάνια, που ζητά να ξεθυμάνει. Και οι συγκρούσεις που ακολουθούσαν σφοδρότατες. Γειτονιές με γειτονιές. Μαχαλάς με μαχαλά. Στα δυο τα παιδιά. Αντίπαλοι μεταξύ τους οι έφηβοι και οι νέοι. Ο κεντρικός χείμαρρος τα σύνορα. Ο πέρα και ο δώθε μαχαλάς αντιμέτωποι. Πάνω στη "γέφυρα" και γύρω της γινόταν για ώρες ομηρικές μάχες. Οι σφικτές, βρεγμένες και με κάποια μικρή ή μεγάλη πέτρα μέσα τους χιονόμπαλες γρήγορα γίνονταν σκέτες πέτρες. Και με βασταγάρκες και ταπούσκες οπλίζονταν οι "εμπόλεμοι". Κεφάλια άνοιγαν, αίματα έτρεχαν και τα γιουρούσια, πότε απο δω και πότε απο κει, εναλλάσσονταν με ταχύτητα κινηματογραφικής ταινίας. Όταν ποιά έπεφτε το βαθύ σκοτάδι, οι "εμπόλεμοι" αποσύρονταν στα ζεστά τους σπίτια για να περιποιηθούν τα τραύματά τους, να ανανεώσουν την οργή και το πείσμα τους για την επόμενη μέρα. Χιόνι, παγοκρύσταλλοι και παγωμένοι δρόμοι ανακτούσαν την αίγλη τους στην ησυχία της νύχτας, γιατί χιόνιζε ασταμάτητα μέρες και νύχτες. Άλλο παιχνίδι στα χιόνια ήταν οι "γλύστρες". Κατηφορικά καλντερίμια με παγωμένο το χιόνι γίνονταν άριστες πίστες για τις "γλύστρες". Με τα τσαρούχια. Κυρίως όμως με πρωτόγονα χειροποίητα έλκηθρα για καβαλίκα. Έσκιζαν κάποιο παλιό γκαζοτενεκέ, καθόντουσαν πάνω και δώστου γλίστρημα σε τέτοιες φυσικές παγοπίστες. Τέτοια μεγάλη παγοπίστα δημιουργούνταν, σχεδόν κάθε χρόνο με τα χιόνια, απο τα νερά της βρύσης που ήταν στη γωνία έξω απο τον μαντρότοιχο του σχολείου. Πάγωνε το νερό που έτρεχε στο καλντερίμι, και έκανε ιδανική παγοπίστα σ όλο το δρόμο από το σχολείο μέχρι το "Μεγάλο Πλατάνι" στο "εργοστάσιο". Ανέβαιναν στα τενεκεδένια τους και με φοβερή επιτάχυνση παίρναν τον κατήφορο. Ασφαλή φρένα στο τρελό κατήφορο τα τυλιγμένα με παλιόπανα τσαρούχια μας. Τέρμα διαδρομής το εργοστάσιο. Φορτωνόντουσαν το έλκηθρο κι απο τις άκρες έφταναν ξαναμμένοι στην αφετηρία για να επαναλάβουν τη διαδρομή αμέτρητες φορές. Μερικοί πάλι όταν τα χιόνια ήταν πολλά και για πολλές μέρες, κυκλοφορούσαν με ξυλοπόδαρα. Αυτοσχέδια πανύψηλα ξυλοπόδαρα από γάβρο. Σε τόσο χιόνι παγωμένο, πάνω σε ανηφορικά καλντερίμια, το ακίνδυνο βάδισμα απαιτούσε ικανότητες ισορροπιστή τσίρκου. Κάποιοι τις είχαν και τα κατάφερναν άριστα. Λίγο πριν και μετά τις Αποκριές στις δόξες τους ήταν τα "ΜΠΑΛΟΝΙΑ" όπως λέμε στο χωριό τούς χαρταετούς. Η κατασκευή τους απαιτούσε αγώνα ολόκληρο. Πρώτα-πρώτα έπρεπε να βρεθούν τρία καλάμια για το σκελετό. Μέρες έτρεχαν τα παιδιά στις ρεματιές για να βρούνε τα κατάλληλα καλάμια. Κι όπως το χωριό είναι ορεινό, γενικά τα καλάμια είναι είδος σε ανεπάρκεια. Η ανακούφιση που ένοιωθαν όταν τα έβρισκαν ήταν τεράστια. Έκρυβαν λοιπόν τα καλάμια στους πιο απίθανους κρυψώνες του σπιτιού. Κι αμέσως μετά άρχιζε ο αγώνας για τα άλλα υλικά. Σπάγκος για να φτιαχτεί ο τσιλιές και ειδικό ψιλό χαρτί -αγορασμένο με μεγάλες θυσίες- σε διαφορετικά χρώματα. Οι περισσότεροι όμως χρησιμοποιούσαν εφημερίδες. Η κατασκευή ολόκληρη ιεροτελεστία και όταν το μπαλόνι ήταν έτοιμο είχαν σειρά οι πουλιάνες της Λίπας και του Αη Δημήτρη κι όταν το μπαλόνι ανέβαινε ψηλά καμαρωτό τα πρόσωπα των παιδιών έλαμπαν απο χαρά.
Άλλα παιχνίδια που κυριαρχούσαν στις παιδικές συντροφιές ήταν οι "κούνιες" το "τσιλίκ τσομάκ" το "ταρκαλέκι" το κρυφτό κα.

 


Λέξεις απο την Ανωπορογιώτικη "λαλιά"

Αντάρα : ομίχλη
Αραλίκι : η χαραμάδαΒαρβάρα(ανάλογο με τα πολυσπόρια άλλων περιοχών): βρασμένοι καλαμποκόσποροι, όπυ προσέθεταν σταφίδες, καρύδια και ζάχαρη. Το έκαναν και το κάνουν μόνο μια ημέρα τον χρόνο, στην γιορτή της Αγίας
 Βαρβάρας.  
Βασταγάρκες : χοντρά ξύλινα κοντάρια γύρω στα 2 μέτρα και διχάλα στη κορυφή
Βιτσίνα : η γειτόνισσα
Γκαλέτσια : χειροποίητα τσόκαρα απο ξύλο μουριάς συνήθωςΓκαλίνα: η κότα
Γκαργκαλιάνι : λαρύγγι
Γκάργκες : κίσσες ή καλιακούδες
Γκιούμια : τενεκεδένια δοχεία με δύο χερούλια και καπάκι στο στόμιό τους χρησιμοποιούνται για μεταφορά νερού και γάλακτος
Γκιουρλούκια : οι ακαταστασίες σε εξωτερικό χώρο, π.χ χωράφια, μπαξέδες, μαντριά
Γκορτσιά : αγριοαχλαδιά
Γκουγκούτσι : το κοτσάνι του καλαμποκιού, το οπίο, αφού αφαιρούνταν οι καλαμποκόσποροι, ξεραίνονταν και χρησιμοποιόταν για προσάναμα της σόμπας
Γράντζαλα : μικρόρογα στιφόξυνα σταφύλια απο αγριοσταφυλιές
Ζήντοβο : περιοχή με πλατάνια και νερά στη μέση περίπου του δρόμου προς Λιβαδιά
Καλντερίμια : λιθόστρωτοι δρόμοιΚανταριό - κανταριά : το φυτό "σπαθόχορτο". Ξεραίνονταν και σερβίρονταν κυρίως σαν ρόφημα. Πολλοί, το έβαζαν σε ελαιόλαδο ("σπαθόλαδο") και
 είτε το έπιναν για την θεραπεία του έλκους στομάχου και δωδεκαδακτύλου, είτε το επάλειφαν εξωτερικά σε πληγές και σε δερματικές παθήσεις. Γενικά, οι θεραπευτικές του ιδιότητες, ήταν και είναι γνωστές και αναγνωρίσιμες από τους Πορογιώτες.
Καπίνκες : Βατομουριές, βατσινιές
Καραγάτσια : φτελιές
Καρτούνκες : κουρεμένα κεφάλια
κατσαμάκι: βρασμένο καλαμποκάλευρο, όπου πρόσθεταν τηγανισμένο λουκάνικο, τσιγαρίδες και τυρί φέτα. Συνήθως τρωγόταν τα χειμωνιάτικα
 πρωινά. Κάποιοι, το φτιάχνουν ακόμη και τώρα. Κιντέατα: φαγητό με τσουκνίδες και καλαμποκάλευρο
Κιουσάφι : κομπόστα με σταφίδες, κράνα ξερά και δαμάσκηνα
Κότσινα : ξύλινη κατασκευή όπου μεγάλωνε το γουρούνι
Κουκουμιάφκα : η κουκουβάγια
Κουμπάκια : καρποί καλαμποκιού
Κούσκρα : η συμπεθέρα
Λαγκίδες : οι λουκουμάδες
Λίπα : τοποθεσία Ν.Δ του Αη ΓιώργηΜαντζιάφκα: η σκουρόχρωμη, η μαύρη
Μαξούλια : τα φύλλα καπνού μεταξύ πατόφυλλων και κορφών καπνός καλής ποιότητας
Ματάνι ή αριάνι : το ξυνόγαλαΜατσαρόκι ή μαρόκι: μικρό γατάκι
Μάτσκα : η γάτα
Μιντίτα : πίτα με ταίδια υλικά της πλέσκας, μόνο που ανακατεύονται με τη ζύμη.
Μισάλια : μεγάλα χρωματιστά πάνινα τραπεζομάντηλα
Μούτσκα : η μορφή : κυρίως για άτομα που παίρνουν θυμωμένο ύφος
Μπαρμπούγκες : στρόγγυλοι, μικροί κατάμαυροι καρποί
Μπαρτάκινα : είδος δαμασκήνων

Μπελλός: τα σύννεφα που σηματοδοτούν κλιματολογικά για αέρα
Μπομπότα : καλαμποκίσιο ψωμί
Μπουκλούκια : άχρηστα πράγματα γενικώς
Μποχτσάς : αυτοσχέδια τσάντα, συνήθως από παλιό κιλίμι, για το χωράφι
Ντένκια : δέματα καπνού
Ντισκαράτες ή Κακαράσκες : οι ακαθαρσίες των αμνοεριφίων
Ντουμούζης : ο αιμοβόρος
Όγκαρ : παιχνίδι με χοντρά ξύλα και ενα κουτί κονσέρβας
Παναγώμι : το επιπρόσθετο φορτίο, πέραν του κανονικού, στα υποζύγια.
Παντζία : η αράχνη, παντζίες : οι ιστοί της αράχνης
Παρλιόκι : νεογέννητο γαϊδουράκι
Παρτάλια : κουρέλια
Πατάρνιτσα : κατασκευή πάνω σε μεγάλα δέντρα με ξύλα και φτέρη
Πατλάκια ή πουπουσάγκες : ποπ κόρν
Πατσαλίνα : θηλυκό γαϊδούρι

Πετιμέζι: πολτός από σταφύλι και ζάχαρη

Πιρπιρίμια: γλυστρίδα
Πλέσκα : πίτα από καλαμποκάλευρο, τυρί και πράσα ή φρέσκα κρεμμυδάκια ή χόρτα. Συνοδεύεται πάντοτε από το "ματάνι"
Πουλιάνες : μεγάλες επίπεδες ακαλλιέργητες εκτάσεις
Πράτσκες : μικρά ξερά κλαράκια δένδρων, που χρησιμοποιούνται για προσανάμματα

Ρετσέλι: γλυκό κουταλιού από ώριμο σύκο (συνήθως)
Ριγαζόμ : δροσιστικό ρόφημα με νερό, ξύδι και ζάχαρη, που έπαιρναν στο χωράφι για να ξεδιψούν
Σαβάκι : παράκαμψη νερού στο πότισμα

Σακοράφα: μεγάλη βελόνα, στην οποία περνούσαν το "σιτζίμι" και έραβαν το δέμα του ξερού καπνού στην δεματοποίηση.
Σίνι : μεγάλο χάλκινο ταψί που συχνά χρειαζόταν γάνωμα
Σίνια : ο χώρος του στήθους μέχρι το ζωνάρι του παντελονιού, ένα είδος μάρσιπου

Σιντζίρια: μισόστεγνα ράμματα καπνού, που έβγαζαν από τα σκέλια για εξοικονόμηση χώρου και τα κρεμούσαν σε καλύβες.
Σιουτσάλα : ξύλινη, ίσια βέργα για άπλωμα φύλλων πίτας ή μπακλαβά.
Σιτζίμια : πολύ χοντός σπάγγος , σχεδόν σχοινί
Σκέλια : ξηραντήρια καπνού
Σλάμα : άχυρο σίκαλης
Τζάμα ντι μάρι : ζωμός απο λάχανο τουρσί
Τζίρ : υπόλειμμα απο το στράγγισμα τυριού
Τιρλίκια : πλεκτά μάλλινα καλτσάκια μέχρι τον αστράγαλο
Τουτσινίτσα : γλυστρίδα
Τραφλάκια : η διάρροια
Τρούφκες : ακαθαρσίες της αγελάδας
Τσαλάζια : οι ακαταστασίες
Τσαλιά : μεγάλοι θάμνοι με τρομερά μεγάλα αγκάθια στον κορμό τους και στα κλαδιά
Τσερεκές : θολωτό σιδερένιο κατασκεύασμα με στάχτη και κάρβουνα αναμένα που έμπαινε πάνω στο μεγάλο ταψί πίτας ή μπακλαβά

Τσαλχαμάς: πετιμέζι από σταφύλι, αραιωμένο με νερό
Τσεσμές : το μπρίκι για τον ελληνικό καφέ

Τσιγαρίδες: το παχύ μέρος του γουρουνιού, που το φύλαγαν χωριστά και το τσιγάριζαν για να προστεθεί στο "κατσαμάκι".


Τσιλιές : σπάγγος τυλιγμένος σε στερεό ξύλο 20 : 25 εκατοστών
Τσιλμπούρι : φαγητό όπου σε βραστό νερό, σπανε αβγά και μόλις βράσουν, προσθέτουν τσιγαρισμένο σε λάδι, κοκκινοπίπερο (σχεδόν ανάλογο με τα αβγά ποσέ).
Τσιπίσκα : επιστόμιο του Ζουρνά
Τσόπκα : αυτοσχέδιο βούλωμα μπουκαλιού, συνήθως από ξερό "γκουγκούτσι"
Τσούσκα : η καφτερή πιπεριά
Χαρμπόλα : ροχάλα
Χάσκο(ψωμί) : άσπρο σταρένιο ψωμί
Χούτα: η χαζή

 

Τα στοιχεία είναι από το βιβλίο του εξαίρετου συγχωριανού
Στέργιου Δ. Ψάλτη "ΑΝΩ ΠΟΡΟΙΑ ΤΟΤΕ...."